Τρίτη, 18 Μαΐου 2010

Ένα ταξίδι στους δρόμους της Αθήνας.

Ας πάμε μαζί, έναν περίπατο στο κέντρο της Αθήνας. Καθώς περπατάμε στην πλατεία συντάγματος, καθώς βγαίνουμε από έναν σταθμό του μετρό, πολλές φορές βλέπουμε να μας πλησιάζει ένα σχετικά νεαρό άτομο, στην ηλικία των 20-25 χρονών και να μας ζητάει να του δώσουμε ένα ευρώ, πότε για να εκδόσει ενα εισητήριο, πότε για να πάρει να φάει μια τυρόπιτα. Το άτομο αυτό, έχει χάσει κάποια απ’ τα δόντια του, δυσκολεύεται να συλλαβήσει, και πολλές φορές παραπατάει. Προφανώς, τα άτομα αυτά δεν είναι άλλα απ’ τους ναρκομανείς. Άτομα σαν κι εμένα, που πρακτικά η ζωή μας ειναι στο κέντρο, πολύ εύκολα λέμε «σόρρυ ρε φίλε, αλλά δεν έχω πάνω μου ψιλά». Ένα απολύτως φυσιολογικό φαινόμενο, δεδομένων των καταστάσεων, που μας έχουν δημιουργήσει μια ψυχολογική ανοσία στην παρακμή του συνανθρώπου μας. Αν, όμως, είμασταν εμείς στην θέση τους, κάλλιστα, όχι απλά θα ζητούσαμε, θα απαιτούσαμε μάλλον για βοήθεια. Είμαστε οι ίδιοι ηθικοί αυτουργοί με την αδιαφορία μας.
Ας μην μείνουμε όμως εκεί, πάμε μια βόλτα προς την σοφοκλέους, λίγους μήνες πριν. Έξω απ’ το ΟΚΑΝΑ, το απόλυτο εμπόριο ναρκωτικών ουσιών. Οι αστυνομικοί απλά κοιτάζουν από μακριά, ενώ οι πεζοί, όσοι αναγκαστικά περνούν από εκεί, βαδίζουν γρήγορα φοβισμένοι απ’ το τοπίο. Στα σκαλιά των σπιτιών, άτομα σαν κι εμάς, χορηγούν δόσεις ηρωίνης ο έναν στον άλλον, το μεσημέρι, χωρίς να μην συμβαίνει τίποτα. Είναι λογικό όμως, αφού κι αυτοί έχουν δημιουργήσει μια ανοσία στον φόβο. Δεν φοβούνται μήπως τους πιάσουν, γιατί ξέρουν ότι δεν θα συμβεί ποτέ. Όσοι ναρκομανείς προμηθεύονται την μεθαδόνη τους απ’ το κέντρο απεξάρτησης, πάνε γρήγορα και την πουλάνε σαν ένα φτηνό υποκοτατάστατο σε ‘δικούς’ τους ανθρώπους. Λίγο πιο πέρα, αστυνομικοί ξεσπάνε σε ανυπεράσπιστους ναρκομανείς, που εκείνη την ώρα μάλλον ταξιδεύουν στον έβδομο ουρανό.
Και μετά; Μετά γίνεται μια τρανή επιχείρηση ΄σκούπας΄από την αγαπημένη μας αστυνομία. Η Σοφοκλέους καθάρισε. Σωθήκαμε όμως? Εξαφανίστηκαν ξαφνικά όλοι οι νέοι Φαουστ? Μόνο που αντί για γνώση και λεφτά, αυτοί απλα αναζητούν την απελευθέρωση. Απελευθέρωση απ’ τα βάσανα, απελευθέρωση απ’ τον υλισμό που επικρατεί. Στην αναζήτησή τους, εμπιστεύονται σαν αθώα παιδιά, τον πρώτο άγνωστο, που θα τους δώσει αυτό το γλυφιτζούρι. Εκείνο το γλυφιτζούρι, που θα προσφέρει, λίγες ώρες νιρβάνας, αλλά που θα αρχίσει να τραβάει αργά και βασανιστικά την ψυχή απ’ το σώμα. Εφαφανίστηκαν όλοι αυτοί οι έμποροι θανάτου?
Η απάντηση είναι πως όχι, απλά μεταφέρθηκαν κάπου αλλού. Συγκεκριμένα, μεταφέρθηκαν γύρω απ’ τον σταθμό του Μεταξουργείου. Εκεί πλέον, το νέο επάξιο μέλαθρον της διαφθοράς, διεκδικεί επάξια το ρόλο του, αφού σε ώρες αιχμής, θα δεις άτομα να κλέβουν τσάντες από ανυπεράσπιστες γιαγιάδες, χτυπάνε πρέζα κλπ.
Προτού ρωτήσουμε τι κάνει το κράτος, ένα ερώτημα μεσουρανεί. Εμείς, σαν ‘ενεργοί’ πολίτες (που λέει ο λόγος δηλαδή, μία πλάκα κάνω), τι κάνουμε? Ψηφίζουμε ΠΑΣΟΚ και ΝΟΥΔΟΥ? ΠΑΣΠ ή όπως σκατά λένε την αντίστοιχη παράταξη? Πάμε στα κλαμπ και κουνιάμε τα γαμάτα κορμιά μας στους ρυθμούς της κάθε παρακμιακής επίκαιρης και μη επιτυχίας?

ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΛΥΤΕΡΕΥΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΜΑΣ.

Και κάπου εδώ, εισβάλλει η άβολη σιωπή. Δεν κάνουμε τίποτα, αυτή είναι η αλήθεια. Αντί να λέμε για το πόσο φιλόδοροι είμασταν που δώσαμε 5 ευρώ μέσα σε έναν ολόκληρο χρόνο σε ναρκομανείς, ζητιάνους, άστεγους, ας μην πάμε μια φορά στο κλαμπ, ας μην πάμε μια φορα στην μύκονο, ας μην πάρουμε το νέο ρούχο που θέλαμε, και ας πάμε ο καθένας, να αγοράσουμε μια κουβέρτα, ένα καρβέλι, κάτι βρε αδερφέ. Και ας το δώσουμε σε αυτούς που το έχουν ανάγκη. Γιατί κι εμείς θα μπορούσαμε να ‘μαστε σ’ αυτήν την θέση, κι εμείς θα μπορούσαμε να ζούμε αυτό το ατέλειωτο μαρτύριο.

Τελειώνει ίσως ουτοπικά, άρχισε με θέμα την κατάσταση στην Αθήνα και εξελίχθηκε σε μία πρό(σ)κληση ανθρωπιάς. Συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες.

-Άγγελος